Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Του κουτιού τα παραμύθια

-Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πόσα κουτιά έχεις δει μέχρι τώρα στη ζωή σου; Νομίζω κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά έναν αριθμό.
-Τι κουτιά εννοείς;
-Ξέρεις, ΤΑ κουτιά.
-Όχι δεν ξέρω. Ποιά είναι ΤΑ κουτιά; Για τις κούτες λες, της μετακόμισης; Γιατί από αυτές έχω δει μπόλικες είναι η αλήθεια.

-Όχι, όχι, δεν λέω για αυτές φυσικά. Όλοι ξέρουν ΤΑ κουτιά.

-Δεν με βοηθάς. Κι έχω αρχίσει να ανησυχώ για ‘σένα. 
-Μα σίγουρα τα ξέρεις. Να, πως να στα περιγράψω…Είναι αυτά τα άλλοτε μεγάλα, τα ψηλά και γεμάτα χρώματα κουτιά κι άλλοτε κάτι πιο μικρά με σκαλιστά σχέδια πάνω τους. Μερικά που έχουν εκατοντάδες κλειδαριές και κωδικούς και αλυσίδες και συνθηματικά και κάποια άλλα ορθάνοιχτα- που μπορείς να βλέπεις τους θησαυρούς τους από μακριά. Ξύλινα, τσίγκινα, χάρτινα, γυάλινα, υφασμάτινα, αόρατα, αυτοσχέδια ή και κατά  παραγγελία, μουντά ή χαρούμενα, περίεργα και μυστηριώδη-είναι τόσα πολλά ∙ σίγουρα κάποιο θα χει πάρει το μάτι σου κάπου. Σίγουρα, σου λέω, πίστεψε με. Συνήθως, τα περισσότερα ξεχειλίζουν με ότι μπορείς να φανταστείς.

-Δεν μπορώ να σε καταλάβω, αλήθεια. Μόλις περιέγραψες τα μισά κουτιά του κόσμου αυτού.

-Όχι, αυτά που λέω εγώ δεν είναι σαν τα συνηθισμένα κουτιά. Τις περισσότερες φορές είναι γεμάτα με χαρτιά, πολλά πολλά κιτρινισμένα χαρτιά με αράδες μελάνης πάνω, και με φωτογραφίες. Ξεθωριασμένες και συχνά κολλημένες μεταξύ τους απ’ τον καιρό φωτογραφίες. Είχα δει μια φορά θυμάμαι ένα κουτί που το μόνο που είχε ήταν σκόρπιες και ακατάστατες φωτογραφίες, τίποτε άλλο. Όμως αυτές ήταν πολλές, πάρα πολλές, άπειρες μπορώ να σου πω, που σχεδόν δεν χωρούσαν μέσα. Σκυλιά, λουλούδια, πόλεις διάφορες και άνθρωποι κάμποσοι κάθονταν άνετα μέσα στις φωτογραφίες εκείνες. Τις κοιτούσα για ώρα-για όση τουλάχιστον πρόλαβα πριν με πάρει χαμπάρι ο ιδιοκτήτης τους και με διώξει κακήν κακώς- και έψαχνα να βρω τους ανθρώπους που εμφανίζονταν πιο συχνά σε αυτές. Ένα μελαχρινό κορίτσι κρατούσε τα πρωτεία, ένα κορίτσι που μέσα απ’ το ασπρόμαυρο φιλμ έγινε κοπέλα και έπειτα γυναίκα, και μητέρα, και χαμογελαστή γιαγιά νομίζω. Φαινόταν ευτυχισμένη. Και ήταν κάποτε, ήμουν σίγουρη γι αυτό. 

-Την ήξερες;

-Ίσως. Ίσως πάλι και όχι. Δεν ξέρω.

-Πολύ μπερδεμένα μου τα λες σήμερα κι αρχίζω να τρομάζω. Και τέλος πάντων για αρχειοθήκες και άλμπουμ μου μιλάς τόση ώρα;

-Σταμάτα να ρωτάς και άκουσε με. Πέρα από φωτογραφίες άλλες φορές μπορεί να ακούσεις μέσα από τα κουτιά να βγαίνει μια περίεργη, μια αλλόκοτη μουσική που όσο κι αν προσπαθείς δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι ακριβώς είναι κι από που προέρχεται…

-Μουσικά κουτιά;

-…Είναι μπερδεμένη ∙ σαν πολλές μουσικές, τραγούδια και μελωδίες, να παίζουν ταυτόχρονα ∙ σαν μια τεράστια ορχήστρα με όλα τα όργανα που έχεις δει ποτέ σου να στήνεται δίπλα στο κύμα και να παίζει. Εκεί ο κάθε μουσικός έχει το ελεύθερο να ακολουθεί και μια διαφορετική παρτιτούρα, σε διαφορετικό χρόνο, και χωρίς μαέστρο. Και από πάνω τους να πετούν συνέχεια μανιασμένα αεροπλάνα, που κάθε φορά παίρνουν μαζί τους και έναν μουσικό, τον ανεβάζουν σε μια ανεμόσκαλα και τον παίρνουν μακριά ∙ μέχρι στο τέλος να μην ακούγεται τίποτα πια. Μέχρι να μείνουν μονάχα παρατημένα βιολιά, σαξόφωνα και ένα θλιμμένο ακορντεόν.

Τα πιο όμορφα κουτιά πάντως έχω αποφασίσει πως είναι αυτά που έχουν αληθινούς ανθρώπους μέσα τους. Ανθρώπους και ιστορίες. Οι άνθρωποι είναι και μεγάλοι και μικροί-καμιά φορά ακόμα και ταυτόχρονα-και μιλάνε συνέχεια, αγκαλιάζονται, χορεύουν και φτιάχνουν σιγά σιγά μικρές λιλιπούτειες πολιτείες. Υψώνουν χρωματιστές πολυκατοικίες σε δευτερόλεπτα, φυτεύουν αμυγδαλιές και λεμονιές στους δρόμους, ενώνουν τα πάντα με αιωρούμενες γέφυρες- απ’ τα σύννεφα στην ταράτσα με τα γλυκά του κουταλιού και πάλι πίσω- και κάπως έτσι, λεπτό με λεπτό οι πόλεις μεγαλώνουν και γίνονται μια μεγάλη και διαφορετική πόλη, που σφυροκοπάει από γέλια και ιστορίες και μονάχα μεγαλώνει. Ούτε μικραίνει, ούτε καταστρέφεται. Ποτέ. Απλά μεγαλώνει, και μαζί της μεγαλώνει και το κουτί.

Μόνο που καμιά φορά κάποιες γειτονίες ξεμακραίνουν πολύ απ’ τις υπόλοιπες και οι άνθρωποι που μένουν εκεί αποξενώνονται, αρρωσταίνουν από την μοναξιά και σιγά σιγά αρχίζουν να γίνονται ένα με το απέραντο πλέον κουτί τους. Κανείς δεν καταλαβαίνει την απουσία τους και ο κίνδυνος να χαθούν για πάντα είναι μεγάλος. Κι όμως, όσο κι αν δεν το πιστεύεις, ποτέ δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Κι αυτό, γιατί τα πιο πολλά κουτιά ποτέ δεν είναι μόνα τους. Και γιατί υπάρχουν ιδιοκτήτες που μέσα στα πολύτιμα κουτιά τους έχουν κάμποσες φωτογραφίες σε αντίγραφα, και έχουν τους στίχους όλων εκείνων των τραγουδιών, και περίσσεια όργανα, και λευκά χαρτιά έτοιμα για ξαναγραφούν σε αυτά όλα τα βιβλία και οι ιστορίες και οι διηγήσεις. Είναι αυτοί οι ιδιοκτήτες λοιπόν, που κάθε βράδυ, όταν οι υπόλοιποι πέφτουν για ύπνο, τα παίρνουν ήσυχα και διακριτικά όλα αυτά και τα μοιράζουν σαν άλλοι άγιοι-Βασίληδες στα υπόλοιπα κουτιά. Ένα δώρο για το καθένα. Κι είναι αυτά τα δώρα που το επόμενο πρωί γιατρεύουν όλους αυτούς που κινδύνεψαν και ξαναφέρνουν τις χαμένες οδούς και τα μακρινά σοκάκια μέσα στη μεγάλη πόλη. Και αυτή συνεχίζει να μεγαλώνει, και να μεγαλώνει, και να μεγαλώνει…Κατάλαβες τώρα για ποιά κουτιά σου μιλάω;



-Νομίζω πως τώρα κατάλαβα, ναι. Και έχω δει κάμποσα από αυτά. Κάποια που το περιεχόμενο τους φαινόταν εύκολα από μακριά δεν ήταν και τόσο ενδιαφέροντα αλλά τα άλλα…

-…ναι;

-Όλα εκείνα που ήταν κλειδωμένα στην αρχή, περίμενα πολύ και έψαξα πολλά χρόνια για να βρω τρόπο να τα ανοίξω. Όταν όμως τα κατάφερα ήταν ότι πιο ωραίο έχω δει ποτέ μου. Και φυσικά αμέσως έπιασα χαρτί και μολύβι για να περιγράψω εκείνη την ομορφιά, και μια παλιά πολαρόιντ για να τραβήξω στιγμές μέχρι να καεί το φιλμ και άρχισα να ταξιδεύω στους δρόμους και στα μικρά αδιέξοδα των πόλεων που επισκεπτόμουν. Κάθε φορά που επέστεφα στοίβαζα τα σουβενίρ και τα λάφυρά μου μέσα στο δικό μου μικρό πολύτιμο κουτάκι. Καιρό έχω να το ανοίξω αλλά νομίζω πως έχει μεγαλώσει-από κουτάκι έγινε κοτζάμ κουτί πλέον.

-Θες να μου δώσεις τα κλειδιά του, να κοιτάξω λίγο μέσα; Απ’ την κλειδαρότρυπα δεν βλέπω πολλά. Και εγώ μπορώ να σου δανείσω για λίγο το δικό μου αν θες.
-Ορίστε! Το ξεκλείδωσα εγώ για σένα. Καλό ταξίδι και καλές περιπλανήσεις. Μόνο θέλω να μου υποσχεθείς κάτι, μπορείς;

-Πες μου.

-Αν ο δρόμος σου σε βγάλει σε κάποιο ξεχασμένο μπαρ με άρρωστους και λυπημένους ανθρώπους, απομακρυσμένους από τη ζωή της πόλης μου, θέλω να τους αφήσεις ένα γιατρικό, για να γίνουν καλύτερα και να επιστέψουν ξανά πίσω. Μπορείς να μου το υποσχεθείς αυτό;

-Το υπόσχομαι! Καλό ταξίδι. Τα λέμε σύντομα.

Ratings and Recommendations by outbrain